Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Φόρος υπεραξίας: περιπτώσεις και παραδείγματα με τα "κενά" και τις ασάφειες.




Η καθυστέρηση για τη νομοθετική ρύθμιση με τις αλλαγές και τον ακριβή προσδιορισμό του τρόπου υπολογισμού του φόρου υπεραξίας, ο οποίος ισχύει από την αρχή του τρέχοντος έτους, έχει προκαλέσει "εμπλοκή" την κτηματαγορά ενώ όλοι περιμένουν να κατατεθεί στη Βουλή η σχετική ρύθμιση για να "ξεμπλοκάρουν" τα συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων.

Την ίδια ώρα η Συντονιστική Επιτροπή των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος, ζητά από το υπουργείο να αναστείλει για ικανό χρονικό διάστημα τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4172/13 για το φόρο υπεραξίας και να ξανανομοθετήσει με τρόπο δίκαιο, που δεν θα δημιουργεί αντικίνητρα στην επιδιωκόμενη αναθέρμανση της "νεκρής" αγοράς ακινήτων.

Οπως αναφέρει και το ethnos.gr "σε ανακοίνωση προς όλους τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους η Συντονιστική τονίζει ότι, λόγω της συνεχιζόμενης δυστοκίας, επιβάλλεται να συνεχιστεί η αποχή από τη σύνταξη και υπογραφή συμβολαίων αγοραπωλησίας που υπάγονται στη φορολογία υπεραξίας.

Κάνοντας ιστορική αναδρομή για τις αλλεπάλληλες θεσπίσεις και καταργήσεις του φόρου υπεραξίας την τελευταία 50ετία, καθώς ο προσδιορισμός της αποδείχθηκε εξαιρετικά δυσχερής έως αδύνατος, η Συντονιστική επισημαίνει ότι επανέρχεται ως μορφή φόρου εισοδήματος στη χειρότερη από οικονομική άποψη συγκυρία. Τονίζει ότι οι τιμές ακινήτων βρίσκονται σε κατάρρευση και μόνο υπεραξία δεν αποδίδει η πώλησή τους, αφού στην πραγματικότητα είναι πολύ χαμηλότερες από τις τιμές απόκτησής τους.

Η Συντονιστική, σημειώνοντας την αλλαγή του νομίσματος από το 2001 και τον υψηλό πληθωρισμό της προηγούμενης 50ετίας, εξηγεί ότι το κόστος (με βάση τη νομισματική αξία κάθε εποχής) ήταν σχεδόν πάντα πολύ υψηλότερο για την απόκτηση του ακινήτου στο παρελθόν από όσο δείχνει μια απλή και πρόχειρη σύγκριση των ποσών άλλης εποχής, με τη σημερινή αξία του χρήματος.

Μάλιστα παρατίθενται συγκεκριμένες περιπτώσεις και παραδείγματα για τα κενά και τις ασάφειες στις διαδικασίες εφαρμογής και στον υπολογισμό του φόρου κυρίως για ακίνητα μεγάλης παλαιότητας και για αγορές σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν στοιχεία και δεδομένα για τη φορολογητέα αξία και τα ακριβή χαρακτηριστικά του ακινήτου.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της σημερινής αγοραπωλησίας ακινήτου με τίμημα 80.000 ευρώ, που είχε αποκτηθεί το 1991 με κληρονομιά. Αφού δεν τηρούνται αρχεία στις ΔΟΥ, η αξία κτήσης θεωρείται άγνωστη και θα υπολογιστεί πλασματικά.

Με βάση τους υπολογισμούς (σύμφωνα με τους Δείκτες Τιμών Καταναλωτή του έτους κτήσης και του προηγούμενου της πώλησης έτους) η αξία κτήσης προσδιορίζεται σε 27.408 ευρώ και η υπεραξία σε 52.591 (80.000 - 27.408).

Ετσι ο φόρος υπεραξίας (15%) είναι 7.888,80 ευρώ και εφόσον υπάρξει ελάφρυνση 25.000 ευρώ θα "πέσει" ο φόρος 4.138,80.

Αντίθετα, αν το ίδιο ακίνητο είχε αγοραστεί το 1991 με 19 εκατ. δρχ., δηλαδή 55.759 ευρώ με το σύστημα υπολογισμού μέσω των ΔΤΚ η αξία κτήσης φθάνει τα 162.760 ευρώ, που αν αφαιρεθεί από το σημερινό τίμημα αγοραπωλησίας δημιουργεί αρνητική υπεραξία (-82.760).

Ατοπο και άδικο το νομοσχέδιο

Σε επιστολή που απέστειλε στον υπουργό Οικονομικών ο πρόεδρος των συμβολαιογράφων Κ. Βλαχάκης εξηγεί αναλυτικά και με παραδείγματα «το άτοπο και άδικο» των διατάξεων του νομοσχεδίου για τον φόρο υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων που "δημιουργεί μεγαλύτερη εμπλοκή στις συναλλαγές και είναι παντελώς ανεφάρμοστο", καθώς καταστρατηγεί διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς περιλαμβάνει ρυθμίσεις αντιφατικές, θολές και ανεφάρμοστες.

Στην πολυσέλιδη επιστολή του κ. Βλαχάκη τονίζεται ότι η αγορά ακινήτων "πνέει τα λοίσθια λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, της υπερφορολόγησής τους και της επιβολής πολλαπλών αναιτιολόγητων επιβαρύνσεων" και υπογραμμίζεται ότι οι φόροι στην ακίνητη περιουσία πρέπει να αποτελούν λογική επιβάρυνσή της και να μη χρησιμοποιούνται για την "αναδιανομή του πλούτου ή για τη βίαιη, σταδιακή απαλλοτρίωση μέρους ή του συνόλου της περιουσίας αυτής των ιδιωτών από το κράτος".

Επίσης αναλύονται τα μεγάλα νομικά "αγκάθια" και προβλήματα που δημιουργούνται και προτείνεται (εφόσον δεν ανασταλεί ο νόμος) να εφαρμοστεί για κτήσεις ακινήτων μετά το 2002, οπότε οι ΔΟΥ έχουν στοιχεία για τον καθορισμό τιμής κτήσης στο ίδιο νόμισμα (ευρώ).

Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι "η καταστροφή των αρχείων των οικονομικών υπηρεσιών με την πάροδο 20ετίας είναι επιλογή της πολιτείας και δεν ευθύνεται γι' αυτήν ο πολίτης, που καλείται όμως να -πληρώσει- το τίμημα της επιλογής αυτής, υπό τη μορφή φόρου υπεραξίας!".