Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Περιμένοντας νέο κύμα προσφορών.



Οι αναγκαστικές πωλήσεις ακινήτων, κατοικιών, αλλά και οικοπέδων, εκτιμάται ότι θα εξακολουθήσουν να κυριαρχούν στην αγορά ακινήτων της χώρας και τους επόμενους μήνες, καθώς οι φορολογικές μεταβολές συνεχίζονται και μεταφράζονται σε σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά που επέλεξαν να επενδύσουν στην αγορά ακινήτων τα προηγούμενα χρόνια. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν αναλυτές, αλλά και θεσμικοί εκπρόσωποι του κλάδου, οι οποίοι εκτιμούν ότι, παρά τις μεταβολές και διορθώσεις που έγιναν στον ΕΝΦΙΑ, η ουσία παραμένει, δηλαδή τα περίπου 3,2 δισ. ευρώ, τα οποία θα κληθούν να πληρώσουν οι ιδιοκτήτες. Πρόκειται για μέγεθος που είναι πάνω από έξι φορές υψηλότερο από τα 500 εκατ. ευρώ του 2009, βάσει των τότε εσόδων του προϋπολογισμού. Ως εκ τούτου, οι πτωτικές πιέσεις των τιμών των κατοικιών θα διατηρηθούν και τους επόμενους μήνες, καθώς η πλειονότητα των αγοραπωλησιών θα αφορά τέτοιου είδους «υποχρεωτικές» πωλήσεις, που πραγματοποιούνται σε τιμές πολύ χαμηλότερες των αντικειμενικών και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και συμβολικές.

Πρόκειται για μια διαδικασία αντίστροφη εκείνης που πραγματοποιήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων 15-20 ετών, όταν πολλά νοικοκυριά στράφηκαν προς την απόκτηση ακινήτων, αφενός μεν λόγω του ότι δεν είχαν ουσιαστική φορολογική επιβάρυνση, αφετέρου δε, λόγω της βεβαιότητας που είχαν ότι θα μπορούσαν εύκολα να ρευστοποιήσουν την επένδυσή τους μελλοντικά και μάλιστα με σημαντικά κεφαλαιακά κέρδη.

Οσοι δεν το έπραξαν πριν από την οικονομική κρίση διαπιστώνουν πλέον ότι τα ακίνητα αυτά επιβαρύνουν υπερβολικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό και μάλιστα σε ετήσια βάση, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούν να πωληθούν, παρά μόνον αν το τίμημα είναι αδικαιολόγητα χαμηλό σε σχέση την πραγματική αξία του ακινήτου. Από την άλλη πλευρά, το μεγαλύτερο μέρος των ακινήτων που πρόκειται να διατεθούν προς πώληση στο άμεσο μέλλον είναι μεγάλης ηλικίας. Αυτό συνεπάγεται και χαμηλές τιμές, γεγονός που σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του δελτίου οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank, θα συμβάλει στην αύξηση των αγοραπωλησιών στην αγορά κατοικίας και ακολούθως και στην αύξηση των επενδύσεων σε κατοικίες. Αυτό γιατί οι περισσότερες από τις κατοικίες που θα αγοραστούν θα απαιτούν εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης ή ακόμη και ανακατασκευή. Είναι σαφές, άλλωστε, ότι όλο και περισσότερα νοικοκυριά έχουν αντιληφθεί το όφελος ενός ενεργειακά αποδοτικού κτιρίου, όπως αποδεικνύεται και από το μεγάλο ενδιαφέρον για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκον».