Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Μαχαιριά στην οικονομία και στην κοινωνία.



Πλήγμα στην πορεία ανάκαμψης της οικονομίας, αντικίνητρο για επενδύσεις και βασικός παράγοντας της συνεχιζόμενης απαξίωσης των ακινήτων αποτελεί το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς των ακινήτων, εκτιμούν τραπεζικοί παράγοντες και φορείς της κτηματαγοράς. Σύμφωνα με σχετική έρευνα της Κομισιόν, η Ελλάδα διαθέτει πλέον την πέμπτη υψηλότερη φορολογία ακινήτων στην Ε.Ε., καθώς το 2012 εισπράχθηκαν 2,8 δισ. ευρώ από την επαναλαμβανόμενη φορολογία στα ακίνητα (ΦΑΠ και Ειδικό Τέλος Ακινήτων), ποσό που αντιστοιχεί στο 1,4% του ΑΕΠ. Πριν από την κρίση, το σχετικό ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 0,4% του ΑΕΠ. Σημειωτέον ότι ήδη τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν 4,9% του ΑΕΠ σε φόρους στο εισόδημα από κεφάλαιο και 2,4% σε φόρους στην κατοχή του κεφαλαίου, όταν στην Ε.Ε. των «28» τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 4,7% και 1,9%. Αντίστοιχο ποσό από τα ακίνητα φιλοδοξεί να εισπράξει και φέτος το οικονομικό επιτελείο, έστω και αν ο φόρος που θα βεβαιωθεί μέσω του ΕΝΦΙΑ και του συμπληρωματικού ΦΑΠ (για τους έχοντες ακίνητα αντικειμενικής αξίας μεγαλύτερης των 300.000 ευρώ) αναμένεται να προσεγγίσει τα 3,3 δισ. ευρώ. Αν μάλιστα προστεθούν και οι υπόλοιποι φόροι στα ακίνητα (π.χ. φόρος μεταβίβασης, ΦΠΑ 23%, φόροι γονικής παροχής, δωρεάς, κληρονομιάς, ΤΑΠ κ.ο.κ.), το ποσοστό της συνολικής επιβάρυνσης αυξάνεται στο 2,1% του ΑΕΠ. Σε σχετική της ανάλυση, η Alpha Bank τόνισε ότι οι ισχυρές αντιδράσεις στη φορολογία ακινήτων, μέσω του ΕΝΦΙΑ, οφείλονται στο ότι, πέραν όλων των άλλων προβλημάτων και αδικιών, «επιδιώκεται να εφαρμοστεί σε μια συγκυρία κατά την οποία η απόδοση της περιουσίας όχι μόνο συνεχώς μειώνεται, αλλά ταυτόχρονα ήδη υπερφορολογείται, ενώ μεγάλο μέρος των ακινήτων είτε δεν έχει απόδοση (για να πληρωθούν οι φόροι) είτε δεν μπορεί καν να ρευστοποιηθεί». Η υπερφορολόγηση έχει πλέον ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση τόσο των αγοραπωλησιών κατοικιών, που υποχώρησαν κατά 43% το β΄ τρίμηνο του έτους, όσο και των επενδύσεων για την ανέγερση νέων οικοδομών, οι οποίες μειώθηκαν με ετήσιο ρυθμό της τάξεως του 41,3% το ίδιο χρονικό διάστημα. Οι εν λόγω αρνητικές εξελίξεις είχαν συνέπεια να αφαιρέσουν σχεδόν 1% από την αύξηση του ΑΕΠ το εν λόγω τρίμηνο, ενώ επέδρασαν ήδη αρνητικά, -1,26%, στο ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου του 2014. Ταυτόχρονα, η υψηλή φορολογία, ιδίως για ακίνητα αξίας μεγαλύτερης των 300.000 ευρώ, λειτουργεί και ως αντικίνητρο στην ίδια την προσπάθεια της κυβέρνησης να προσελκύσει αγοραστές εκτός Ε.Ε.